Σπέτσες Ιστορία
Τα παλαιότερα ευρήματα κατοίκησης που έχουν ανακαλυφθεί στις Σπέτσες ανάγονται ήδη στην πρωτοελλαδική περίοδο (3η χιλιετία π.Χ.). Το νησί αναφέρεται από τον περιηγητή Παυσανία με το όνομα Πιτυούσα, δηλαδή πευκόφυτη (πίτυς=πεύκο), γνώρισμα που διατηρεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την επικρατέστερη ετυμολογία το σημερινό όνομα προήλθε από το βενετικό Ιsοla di Spezzie (=νησί των αρωματικών φυτών),ενώ πολύ αργότερα εμφανίζεται και το όνομα Πέτσα/Πέτσες.Πιθανότατα στα τέλη του 15ου αι. στις Σπέτσες (που μέχρι τότε είχαν ελάχιστους κατοίκους) εγκαταστάθηκαν αλβανόφωνοι από τη γειτονική Πελοπόννησο και τους επόμενους αιώνες ο εποικισμός του νησιού συνεχίστηκε με τη δημιουργία του πρώτου οικιστικού πυρήνα στη θέση Καστέλι. Σύμφωνα με τον αββά Fourmont οι Σπέτσες το 1730 ήταν ένας ασήμαντος οικισμός και μέχρι το ρωσοτουρκικό πόλεμο των ετών 1768 - 1774 παρέμεναν ένα μικρό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου ασχολούνταν με τη γεωργία και την αλιεία, όπως αναφέρει ο γάλλος αξιωματικός Bellin, που επισκέφθηκε το νησί εκείνη την εποχή. Αμέσως μετά όμως, στις λίγες δεκαετίες που μεσολάβησαν μέχρι την Επανάσταση του 1821, το νησί ακμάζει, καθώς οι κάτοικοι του επιδίδονται στη ναυτιλία ναυπηγώντας «λατινάδικα», <<σαχτούρια>> και άλλα μεγαλύτερα πλοία, που έπλεαν σε όλη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην ακμή της ναυτιλιακής και εμπορικής δραστηριότητας των Σπετσών και κατ' επέκταση στην οικονομική και πνευματική άνθησή τους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. ήταν οι νέες δυνατότητες που έδωσε στην ελληνική εμπορική ναυτιλία η ρωσοτουρκική συνθήκη του Κιουτσουκ Καϊναρτζί (1774), η αυτοδιοίκηση που εξασφάλισε το νησί και κυρίως η διάσπαση από τους έλληνες ναυτικούς του αποκλεισμού που είχε επιβάλει η Αγγλία στα λιμάνια της γαλλικής επικράτειας κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων για τη μεταφορά σιτηρών, σε συνδυασμό με την εξαφάνιση των γαλλικών πλοίων από την ανατολική Μεσόγειο. Η επίδοση των Σπετσιωτών στη θάλασσα φαίνεται και από την υποχρέωσή τους να προσφέρουν ναύτες για να υπηρετήσουν στον τουρκικό στόλο το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση της πειρατείας- είχε ως αποτέλεσμα τα πληρώματα των σπετσιώτικων πλοίων να αποκτήσουν πολεμική εμπειρία, που αποδείχθηκε πολύτιμη στο ναυτικό αγώνα της Επανάστασης. Οι Σπέτσες ήταν το πρώτο νησί στο οποίο κηρύχθηκε η Επανάσταση, στις 3 Απριλίου 1821, με πρωτοστάτες τους Π. Μπόταση, Γ. Πάνου κ.ά. Αμέσως οι Σπετσιώτες έστειλαν αντιπροσωπείες στην Ύδρα και σε άλλα νησιά για να παρακινήσουν τους κατοίκους τους να εξεγερθούν, ενώ συγχρόνως αποφάσισαν να συμμετάσχουν με τα πλοία τους στους θαλάσσιους αποκλεισμούς του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς (όπου διακρίθηκε η Λασκαρίνα Μπούμπουλη, η γνωστή Μπουμπουλίνα). Γενικότερα, καθοριστική ήταν η συμβολή του νησιού στο ναυτικό αγώνα των Ελλήνων (πολιορκία παράλιων φρουρίων, ανεφοδιασμός, συμμετοχή στην άμυνα ελληνικών οχυρών θέσεων, διάσωση στρατιωτικών δυνάμεων και αμάχων, παρεμπόδιση των κινήσεων του εχθρικού στόλου για μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων κ.λπ.). Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1822 το νησί κινδύνευσε σοβαρά από τον τουρκικό στόλο και την άμυνα του ανέλαβαν ο κοινοτικός άρχοντας Χατζηγιάννης Μέξης με λίγους ενόπλους και ο Π. Κολοκοτρώνης με 400 Πελοποννήσιους (οι άμαχοι είχαν προηγουμένως μεταφερθεί στην Ύδρα). Τελικά, στις 8 Σεπτεμβρίου τα ελληνικά πλοία (56 πολεμικά και 16 πυρπολικά), σε ναυμαχία που έγινε στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Σπετσών και Ερμιονίδας, έτρεψαν σε άτακτη φυγή τον τουρκικό στόλο εμποδίζοντας τον να ανεφοδιάσει το πολιορκούμενο Ναύπλιο, γεγονός που υπήρξε σωτήριο για τον αγώνα στην Πελοπόννησο. Η επιτυχία αυτή οφειλόταν κυρίως στον αιφνιδιασμό και τον πανικό του εχθρού από τις παράτολμες ενέργειες δύο πυρπολητών, του υδραίου Α. Πιπίνου και του σπετσιώτη Κ. Μπαρμπάτση. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους η ναυτιλιακή και ναυπηγική δραστηριότητα των Σπετσών παρέμεινε ακμαία μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του 1870 (έτος κατά το οποίο το νησί είχε στόλο 223 μεγάλων ιστιοφόρων), όταν πλέον αρχίζει η αντικατάσταση της ιστιοφόρου ναυτιλίας από την ατμοκίνητη. Τον 20ό αι. το νησί εξελίχθηκε πλέον σε κοσμοπολίτικο τουριστικό κέντρο, ενώ από το 2004 άρχισε να λειτουργεί και τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων του Τ.Ε.Ι. Πειραιά.